Όσο είμαστε ζωντανοί.

Νομίζεις πως δεν το περίμενες. Τάχα σε βρήκε απροετοίμαστη, έκπληκτη. Κι όμως, το ήξερες. Το ήξερες πως η μέρα εκείνη θα έρθει κάποια στιγμή. Θα χτυπήσει την πόρτα της βροντερά, γιατί κι αυτή κατάλαβε πόσο ωραία είχες κοιμηθεί εκεί στα ουράνια. Και κάπως έτσι είχε μείνει εκεί, μπροστά στη πόρτα του ασανσερ να κατέβει. Απλά κοιτούσε πίσω, στη πόρτα ενός σπιτιού που έμεινε πολλές μέρες και νύχτες μαζί με εκείνον. Ένα απαλό, μικρό χαμόγελο υπήρχε πάντα στα χείλη της. Και τώρα μία απόγνωση. Μία τόσο δυνατή αίσθηση πανικού έτρεχε πέρα δώθε μέσα της. Δεν ήθελε να το σκέφτεται, δεν ήθελε να το παραδεχθεί.

Το ασανσερ φτάνει και μπαίνει μέσα. Δεν θα κατέρεε. Όχι ακόμη.

Ο δρόμος μέχρι το σπίτι της φαινόταν τόσο μακρύς και δύσκολος, κι ήταν απλώς μια ανηφόρα. Δεν μπορούσε να πάρει την ψυχή της από εκείνη την γειτονιά που όσο ήταν μαζί του δε παρατήρησε ποτέ. Επέμενε, πείσμωνε και έβαζε όλες τις δυνάμεις της να προχωρήσει αλλά η ψυχή της εκεί, σαν ένα πεισματάρικο παιδί. Το είχε ξαναζήσει αυτό το σκηνικό. Πολλές φορές. Αλλά γιατί αυτή τη φορά ήταν τόσο δύσκολο; Ρωτούσε τον εαυτό της ξανά και ξανά λες και δεν ήξερε την μάγευση της. Η ψυχή της σχεδόν την κορόιδευε για το πείσμα της να νομίζει πως ακόμη είχε τη βούληση να τον αρνηθεί. Νευριασμένη με την πραγματικότητα απλώς προχώρησε μετά βίας. Μέχρι που έφθασε στο σπίτι της παρέας. Μαζεμένη και χαρούμενη συζητούσε για τη νέα χρονιά, τους στόχους και τις προσδοκίες τους. Ο Σεπτέμβρης, ήταν ο μήνας των αλλαγών για αυτούς, αλλά και για εκείνη. Χτυπάει τη πόρτα και μπαίνει μέσα. Οι φωνές τους σώπασαν, περιμένοντας να ακούσουν. Η ανάσα της βαριά, αλλά γεμάτη χαλαρότητα απλώς ομολόγησε:

“Αύριο το απόγευμα θα είμαι στο λιμάνι, θα αργήσω στη πρόβα.” Δεν θα κατέρεε. Όχι ακόμη.

Η σοβαρότητα της και η ταυτόχρονη αίσθηση πως μπορούσε έστω και λίγο να παγώσει τον πανικό της ήταν ίσως το καλύτερο που μπορούσε να είχε κάνει. Ήπιε αρκετά, αλλά όχι για να μεθύσει. Κάπνισε όμως πολύ, πάρα πολύ. Είχε καιρό να καπνίσει. Θυμόταν τα λόγια του, και την προσπάθεια που έδωσε όλο το καλοκαίρι να καπνίσει ελάχιστα τσιγάρα. Και το είχε κάνει, και ήταν ικανοποιημένη. Τώρα όμως το ένα πακέτο δεν ήταν αρκετό. Τη κοιτούσαν χωρίς να πουν κάτι. Δεν μπορούσαν. Η σοβαρότητα της δεν τους άφηνε να τολμήσουν. Η βραδιά κυλούσε σχεδόν βασανιστικά αργά. Αλλά δε τη πείραζε, καθόλου, όσο πιο αργά τόσο το καλύτερο έλεγε, όσο κι αν την πονούσε η αναμονή.

Οι πρώτες ηλιαχτίδες του ήλιου έκαναν ήδη την εμφανισή τους. Χτυπούσαν απαλά το δωμάτιο και τα κόκκινα της μάτια που είχαν μείνει για τόσες ανοιχτά. Δεν τολμούσε να κοιμηθεί. Για πρώτη της φορά δεν ήταν το “πτώμα της παρέας”. Όλοι κοιμόντουσαν στους καναπέδες κι εκείνη σε μια γωνία με το παράθυρο ανοιχτό να καπνίζει ακόμη. Χωρίς καμία ντροπή ή θλίψη. Σήμερα δεν μπορούσε να του υποσχεθεί κάτι τέτοιο. Μόνο ένα πράγμα μπορούσε να κάνει.

Να τον αποχαιρετήσει.

Το τηλέφωνο χτυπά και ήταν εκείνος. Η τελευταία μέρα ξεκινούσε. Με μία χαρά που τόσο σφιχτά κρατούσε μέσα της έτρεξε στο σπίτι της. Μέχρι να τον αποχαιρετήσει δε θα τολμούσε να μελαγχολήσει. Όφειλε στον εαυτό της αυτή τη μία και μοναδική μέρα που έμεινε να την περάσει ζώντας της στο έπακρον, γεμάτη χαμόγελο και αλμύρα. Στο σπίτι της πλένει καλά τα δόντια της, φοράει το μαγιό της και το υπέροχο κάτασπρο φόρεμα μαζί με εκείνο το ντελικάτο καπέλο. Της είπε ότι της πάει πολύ, το είχε πει με εκείνα τα μάτια που έλαμπαν, σα να τους έκανε τόσο εντύπωση, που αποφάσισε να το φοράει συνεχώς. Παίρνει τα σνακ από το ψυγείο και τρέχει με τα σανδάλια της να κάνουν θόρυβο στα σκαλιά και στο διάδρομο. Τον βρίσκει να περιμένει με το αμάξι του στην έξοδο. Χαμογελούσε, με το ίδιο βλέμμα που τον θυμάται πάντα, ήρεμο, με κενά ματάκια που λαμπίριζαν ελάχιστες φορές, κι όποτε συνέβαινε αυτό, απλά μπορούσες να τα παρατήσεις όλα γι αυτή τη λάμψη. Μπήκε μέσα κι όλα ήταν έτοιμα. Δεν μίλησαν, δεν είπαν λέξη, απλά έβαλαν τη μουσική στο τέρμα κι όρμηξαν για τη παραλία.

Για πρώτη φορά ο ίδιος δεν μιλούσε πολύ, ήταν σχεδόν αστείο για εκείνη, προτιμούσε να απολαύσει τη στιγμή και μία υπέροχη σιωπή τους είχε τυλίξει για πολύ ώρα, μέχρι που έφθασαν στην παραλία. Σε εκείνη τη παραλία που είχαν πάει το πρώτο τους απρόοπτο, γλυκό, σχεδόν αστείο ραντεβού τους. Ήταν χειμώνας, κι έκανε κρύο, αλλά έμοιαζε σα να ήταν χθες. Η σιωπή υπήρχε ακόμη, καθώς έβαζαν ο ένας στον άλλο αντηλιακό. Και, σαν να το περίμεναν και οι δύο, μία συζήτηση ξεκίνησε. Από εκείνες που έκαναν σχεδόν καθημερίνα. Στην αρχή έμοιαζαν ως μονόλογοι του ενός αλλά όσο παιρνούσε ο καιρός κατάφεραν να γίνουν συζητήσεις και των δύο. Πήρε καιρό, αλλά κατάφερε να γίνει μία όμορφη, ισάξια στιγμή και των δύο. Ένας κρίκος που δεν μπορούσε να σπάσει. Κι ήταν εσωτερική απορία και των δύο αν θα ξαναβρούν κάτι τέτοιο ξανά. Κοιτιούνται έχοντας την ίδια ιδέα, και έτσι όρμηξαν μέσα στην θάλασσα γελώντας. Έπαιζαν με την ψυχή τους, οι κόντρες είχαν πάντα το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνη να τον πειράζει που είναι αργός κι αυτός να την βρέχει επιμένοντας ξανά και ξανά την ίδια κόντρα. Μία αγκαλιά μέσα στη θάλασσα και δύο κεφάλια πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Όμως τα χείλη τους δεν άγγιξαν το ένα το άλλο. Βγήκαν χαμογελώντας, με την ίδια σκέψη στο μυαλό. Το κολύμπι κράτησε πολύ ώρα. Βγήκαν έξω πεινασμένοι αλλά δε θα κάθονταν. Έπρεπε να συνεχίσουν όσα σχεδίασαν για εκείνη τη μέρα. Έτσι όρμηξαν μέσα στο αμάξι με τις πετσέτες, οι ώμοι τους ήταν ακόμοι υγροί αλλά δεν είχε σημασία. Οδηγούσαν και τραγουδούσαν, γελούσαν κι έλεγαν χαζομάρες, αστείες καταστάσεις, κορόιδευαν όποιον έβλεπαν στο δρόμο χωρίς καπέλο, είχαν επισκιάσει παταγωδώς την αίσθηση ότι το απόγευμα θα αποχαιρετιστούν. Ο δρόμος τους έβγαλε σε μία άλλη παραλία, σε εκείνη που στα όνειρα της τον έβλεπε πάντοτε σοβαρό. Όταν κάθησαν και άφησαν το ζεστό αεράκι να τους χτυπήσει κάτι άρχισε να σκοτεινιάζει. Και τότε το είδε. Εκείνο το σοβαρό βλέμμα, σχεδόν αυστηρό, μόνο που δεν μπορούσες να καταλάβεις αν είναι αυστηρό σε εσένα, ή στον ίδιο του τον εαυτό. Πήρε το χέρι της. Τα μάτια του έλαμπαν, αλλά δεν ήταν η ίδια λάμψη. Τον κοίτασε εκστασιασμένη. Μπορούσε ακόμη και τώρα να την εκπλήξει με τέτοιο τρόπο. Έκλεισε τα μάτια της περιμένοντας το φιλί, αλλά τα άνοιξε κατευθείαν. Όχι ακόμη, σκέφτηκε, και σηκώθηκε χαμογελώντας. Της χαμογέλασε και προχώρησαν ξανά στο αμάξι. Έβαλαν ρούχα, κι εκείνη βάφτηκε στο καθρέπτη του αυτοκινήτου. Ήταν τόσο αστείο, αλλά κατάφερε να το κάνει σωστά, όσο εκείνος έφτιαχνε επίμονα τα μαλλιά του.

Επόμενη στάση ήταν για ποτό και μεζεδάκι. Σε ένα μέρος που είχαν πάει πολύ λίγες φορές. Ήπιαν και συζητούσαν και γελούσαν. Όσο περνούσε η ώρα τόσο πιο κοντά της τον ένιωθε. Ποτέ ξανά δεν είχαν περάσει με τόση όρεξη και χαρά χρόνο μαζί. Ήταν συγκινημένη αλλά προσπαθούσε να συγκρατηθεί. Χαμογελούσε όπως δεν χαμογέλαγε σε κανέναν. Δεν καταλάβαινε την αίσθηση του χρόνου που κυλούσε τόσο γρήγορα. Μέχρι που ξαφνικά την βρόντηξε. Το χαμογελό του έσβησε, κι εκείνη η σοβαρότητα που άρμοζε στη στιγμή, τύλιξε το προσωπό του. Πλήρωσαν, και την πήρε από το χέρι. Το κρατούσε σφιχτά. Και η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά όσο προχωρούσαν στο λιμάνι. Κάθε βήμα ένιωθε τη ψυχή της μέσα να μουδιάζει. Βγάζει τα γυαλιά ηλίου της παρά τον έντονο ήλιο. Έπρεπε ότι δει από δω και πέρα να τα δει με τα ίδια της τα μάτια. Τη κοιτάει και χαμογελάει αμυδρά. Φθάνουν στο λιμάνι. Με τα μελαγχολικά τους χαμόγελα να συγκρατούν ένα χείμμαρο συναισθημάτων. Αποχαιρετιούνται τυπικά και λίγο πριν κάνουν το βήμα του αποχωρισμού, η καρδιά της ανοίγεται.

“Μου είπες να σου θυμίσω να μου πεις κάτι πριν φύγεις.”

Την κοιτάει. Χαμογελάει και ξύνει το κεφάλι του. Προφανώς το είχε ξεχάσει. Ή, απλώς περίμενε να δει αν θα το θυμηθεί η ίδια;

Την φέρνει κοντά του και το χέρι του χαιδεύει το μάγουλο της. Τα μάτια της ανοίγουν διάπλατα. Αυτό ήταν κάτι που μόνο εκείνη έκανε. Τα μάτια του, επιτέλους την κοιτούσαν όπως ήθελε εκείνη να την κοιτάνε. Τα χείλη του πλησιάζουν το αυτί και της τα ψιθυρίζουν όλα. Μπορούσε να ακούσει τον χτύπο της καρδιάς της, τόσο δυνατό. Την κοιτάει ξανά, και τη φιλάει. Όπως δεν την είχε φιλήσει ποτέ. Τα χέρια του τύλιγαν τα μάγουλα της, τους ώμους της. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να κρατήσει αυτό το φιλί για πάντα. Και τελικά την αφήνει. Κοιτιούνται για κάμποση ώρα χαμογελώντας ο ένας στον άλλον. Τα μάτια τους υγρά, θαμπωμένα απ’τον ήλιο, δεν έριξαν όμως ούτε ένα δάκρυ.

“Πήγαινε” της είπε, “θα με δεις να σε χαιρετάω.”

Κρατώντας το χέρι του σφιχτά νεύει θετικά. Και κάπως έτσι τον αφήνει και τρέχει σα τρελή στην άκρη, στο φάρο. Ο αέρας δυνάμωνε, και ο ήλιος έπεφτε. Περίμενε καρτέρικα το πλοίο να ξεκινήσει. Ήθελε τόσο πολύ να κλάψει. Μα δεν έπρεπε. Όχι ακόμη. Η κόρνα του πλοίου ηχεί και ετοιμάζεται να φύγει. Και τότε η ψυχή της σαν γορνόνα όρμηξε στη θάλασσα. Και την άφησε εκεί, μονάχη, να τον χαιρετάει και να του φωνάζει να προσέχει, να προσέχει και να μην ξεχνάει. Εκείνος την χαιρετούσε με το ίδιο αμυδρό χαμόγελο, με το ίδιο αίνιγμα που έδεσε σαν κόμπο στον λαιμό της. Το πλοίο ήταν πια λίγο μακριά. Ο κόμπος στο λαιμό της λύθηκε, και τα δάκρυα άρχισαν να πέφτουν. Φώναξε κλαίγοντας και λύθηκε σε μία γωνία, σπαράζοντας μονάχη της, με τον αέρα να παγώνει και τον ήλιο να χάνεται μαζί με το πλοίο που πια δε φαίνοταν. Παίρνει το πακέτο της και ανάβει το τελευταίο τσιγάρο. Δεν ξαναπόλαυσε στη ζωή της πιο πολύ τσιγάρο. Αυτό ήταν και το τελευταίο. Σκούπιζε και ρουφούσε τη μύτη της, όσο ο καπνός έμπαινε μέσα της και έπειτα απλωνόταν στον νυχτερινό ουρανό. Όταν τελείωσε, έμεινε ακίνητη στη σιωπή, σκεφτόμενη όσα έζησε τους μήνες που πέρασαν, και πως δε θα ξεχάσει ποτέ αυτή τη τελευταία μέρα, και ότι της είπε λίγο πριν φύγει. Χαμογέλασε αμυδρά. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά σταθερά, δυναμικά. Κοιτούσε το λιμάνι χωρίς πλοίο, τον ουρανό χωρίς ήλιο, και τα χέρια της αδειανά. Ολόκληρο το σώμα της μια άδεια αγκαλιά, θα πορευόταν έτσι για καιρό ακόμη.

Μία σπίθα άναψε μέσα της. Άραγε θα μπορούσε να ελπίζει; Ή όλα οδηγούσαν σε μία ματαιότητα; Γέλασε με τη σκέψη της, κοίταξε τα αστέρια και ομολόγησε:

“Όσο είμαστε ζωντανοί, υπάρχει ελπίδα.”

Εμπνευσμένο από πολλά τραγούδια και την αγάπη μου για έναν μαύρο ήλιο.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s