Υποσχέσεις.

«Ξέρεις, δεν μου αρέσει να μου τάζουν πράγματα. Μου φαίνεται απλά, άβολο. Ειδικά όταν πρόκειται για συναισθήματα. Είναι σαν το τσιγάρο, εισπνέεις τον καπνό και απλώνεται τόσο άνετα παντού, τόσο εύκολα δίνεσαι. Μετά το τσιγάρο τελειώνει και τι μένει; Μόνο η στάχτη. Ο καπνός; Ο καπνός έχει μπει στα πνευμόνια και στα καταστρέφει αργά-αργά. Έτσι μπαίνουν και οι υποσχέσεις στην καρδιά μας. Τόσο άνετα, αλλά μας αφήνουν σημάδια.»

Θα μπορούσε να μιλάει για ώρες σε εκείνο το μπαλκόνι. Αυτή, το φεγγάρι, και οι καφέδες που έχουν πια παγώσει μέσα στις κούπες. Θα μιλούσε για τα πάντα, από το τι θα φάει αύριο μέχρι για το αν τελικά αξίζει να ζεις ή απλά να πεθάνεις. Θα σου πει πως πάντα υπάρχει νόημα στη ζωή, αλλά η αθανασία είναι κάτι που δε θα διάλεγε. Το έλεγε με τόση σιγουριά, και συμφωνούσα μαζί της. Αλλά το μυαλό μου, επηρεασμένο από τον καπνό, σκεφτόταν πως το μόνο που θα έκανε την αθανασία προσιτή για εμένα, θα ήταν η παρέα της. Σίγουρα το είχα δει σε μια σειρά αυτό.

Χαμογελούσε γλυκά όσο την άφηνα να φλυαρεί και να έχει τον έλεγχο της συζήτησης. Είχα παρατηρήσει πως μόνο με εμένα το έκανε αυτό, και το ευχαριστιόταν. Κι εγώ, περιέργως, ευχαριστιόμουν να την ακούω πιο πολύ από οποιονδήποτε. Ο τρόπος που κινείται, που σκέφτεται, που δρα σε ότι συμβαίνει γύρω της μου θυμίζει τη θάλασσα. Μια γλυκιά ηρεμία που μπορεί ανά πάσα στιγμή να σηκώσει μια φουρτούνα όλη δική της.

“Θέλω να φύγω από αυτό το μέρος.» ομολόγησε με πλήρη σοβαρότητα.

Την κοιτούσα χωρίς να μπορώ να αντιδράσω, το «γιατί» στάθηκε στην άκρη της γλώσσας μου και την δάγκωνε μανιωδώς. Έπινε απλώς τον καφέ της και κοιτούσε τα στρυμωγμένα σπίτια που κρέμονταν στο μπαλκόνι της και μετα πίσω στο μικρό της δωμάτιο, το σπίτι της. Κάθε της βλέμμα είχε μέσα του μια αγανάκτηση, μια απερίγραπτη ανάγκη να σηκωθεί, να τα ξηλώσει όλα και να φύγει. Της είπα αν θέλει μπισκότα. Δεν μου απάντησε. Απλά κοιτούσε έξω τυλιγμένη με μια παχιά κουβέρτα που κάλυπτε το γυμνό της δέρμα. Το είχα δει, το είχα νιώσει. Τόσο καυτό και απαλό. Υπάρχουν στιγμές που όλη της η ύπαρξη θυμίζει το αγαπημένο της χρώμα. Ένα έντονο, γεμάτο πάθος κόκκινο. Οι άνθρωποι που αντανακλούν το κόκκινο χρώμα στα μάτια μου, με μαγνητίζουν. Οι κόκκινες αύρες τους τυλίγουν τη μπλε τη δική μου και νιώθω να βλέπω λυχνίτες τριγύρω μου. Εκείνη όμως, ήταν, είναι και θα είναι η θάλασσα μου.

«Τότε φύγε.» της ψιθύρισα κοιτώντας την έντονα.

Γύρισε και με κοίταξε νευριασμένα, δεν ήμουν καθόλου πειστική. Ήταν σα να της έλεγα κατά βάθος «μείνε» και δε ξέρω τι από τα δυο την νευρίασαν , τα λόγια μου ή το ύφος μου.

«Θα με άφηνες να φύγω ενώ θέλεις να μείνω;»

Ίσως και τα δυο.

“Αν είναι αυτό που θες, γιατί να σε σταματήσω;”

“Γιατί θέλεις να μείνω.”

“Εγώ θέλω, εσύ θέλεις;”

Σιωπά. Η δήλωση μου ήταν αυτό που ακριβώς ήθελε. Μου έδωσε ένα ειρωνικό χαμόγελο όσο πήγαινα να φέρω τα μπισκότα. Εκείνα με τη μαύρη σοκολάτα. Εκείνα που είναι πικρά. Τα μάτια μου άρχισαν να υγραίνουν αλλά δεν μπορούσα να της δώσω λόγο να μείνει. Ήξερα τόσο καλά πως δεν θα ήταν ποτέ ευτυχισμένη εδώ, σε μία πόλη τόσο γεμάτη και τόσο άδεια για μία τόσο κόκκινη ψυχή. Ρούφηξα τη μύτη μου.

Έτρεξε και με αγκάλιασε. Άφησε την κουβέρτα της να πέσει κάτω κι ένιωσα το παγωμένο της δέρμα κολλημένο στο δικό μου. Η πλάτη μου ένιωθε τα τρεμάμενα της χέρια και μούδιαζε ολόκληρη. Πνίγηκα μέσα στη παγωμένη θάλασσα της που τύλιξε τόσο σύντομα όλο μου το είναι. Δεν ήταν αρκετό. Ήθελα. Ήθελα κι άλλο.

“Γιατί θέλεις να μείνω;”

Τα μπισκότα ήταν πιο πικρά εκείνη τη νύχτα. Γύρισα και της έδωσα να φάει. Μας τύλιξα με την κουβέρτα της. Τα υγρά της μάγουλα ήταν κάτι που δε θα ήθελα ποτέ να ξαναδώ.

“Γιατί είμαι λάτρης της θάλασσας. Είμαι ένας ναύτης χαμένος σε έναν απέραντο ωκεανό, γεμάτο όμορφα πράγματα αλλά και πράγματα που με τρομάζουν. Αυτό το μέρος είναι, είναι μεγάλο για εμένα. Είμαι ένα τίποτα μπροστά σε κάτι απέραντο. Και, και εσύ είσαι η ασπίδα μου, η πυξίδα μου που θα μου δείχνει ότι δεν είμαι μόνη μου. Είμαστε μαζί, σε ένα μέρος που δεν μας αρέσει. Αλλά τουλάχιστον, είμαστε μαζί.”

Γελάει. Η ανάσα της καυτή, ακουμπούσε τα χείλη μου. Της χαμογέλασα και την αγκάλιασα σφιχτά, όσο πιο σφιχτά μπορούσα να σφίξω έναν άνθρωπο.

“Ίσως, θα μπορούσες να γίνεις ένας λόγος για να μείνω.” μου ψιθύρισε γλυκά.

Βγήκαμε στο μπαλκόνι ξανά για να πιούμε ένα μπουκάλι κρασί. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Και το τοπίο ζέσταινε, γλύκαινε σαν το ημίγλυκο κρασί. Δάκρυα κύλησαν ξανά από τα μαγουλά της. Οι άνθρωποι τείνουμε να προσπαθούμε απεγνωσμένα να δαμάσουμε τη ζωή ολομόναχοι, αλλά τελικά αυτό που θα μας γεμίσει όσο τίποτε άλλο είναι η καλή συντροφιά κάποιου άλλου, και το ήξερα καλά, κι ας μην βρήκα ποτέ την πυξίδα μου. Πίστευα θα την είχα πείσει να μείνει. Όμως δεν ήταν στο χέρι της. Δεν έφυγε επειδή το ήθελε, έφυγε γιατί δεν μπορούσε να μείνει άλλο εδώ. Και το ήξερα. Το ξέραμε. Όμως δίναμε για άλλη μια φορά υποσχέσεις.

Το επόμενο πρωί μαζέψαμε μαζί τα πράγματά της. Αδειάσαμε εκείνο το μικρό σπιτάκι. Μου άφησε τη μπλε κουβέρτα της και όση αγάπη μπορούσε να αφήσει πίσω. Τα μαλλιά της τα χτυπούσε μανιασμένα ο αέρας όσο περιμέναμε στο λιμάνι. Δεν ανταλλάξαμε πολλές κουβέντες. Μου άφησε ένα χαρτί. Δεν το άνοιξα, δεν είπα λέξη. Προτίμησα να μην την αποχαιρετήσω και έφυγα σαν κλέφτης στην άκρη του φάρου. Είδα το πλοίο να φεύγει χωρίς να μπορώ να κλάψω. Έμεινα εκεί περιμένοντας να νυχτώσει. Ο αέρας παγωμένος χτυπούσε τη ψυχή μου και μπορούσα να κλάψω πάνω από τα μανιασμένα κύματα διαβάζοντας τους στίχους στο χαρτί.

If I could begin to be
Half of what you think of me,
I could do about anything,
I could even learn how to love like you.

Εμπνευσμένο από το “Love Like You” της σειράς Steven Universe.

love like you

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s