Άσπρος Καμβάς.

Δεν περίμενε μετά από δύο εβδομάδες από τον τσακωμό τους τηλεφωνημά της. Τον πήρε τρεις φορές. Το σήκωσε στην τρίτη σχεδόν έτοιμος να τα τυνάξει όλα στον αέρα. Όταν άκουσε τη τρεμαμένη φωνή της, σοκαρίστηκε. Είχε χρόνια να ακούσει αυτή τη γυναίκα αναστατωμένη. Τη γυναίκα που ήταν βράχος, πάγος. Μία γυναίκα, που όσο περνούσαν τα χρόνια, έγινε αγνώριστη. Σχεδόν. Του ζήτησε βοήθεια. Κι έτσι, ξέχασε τα πάντα, τον τσακωμό, την σιωπή της, όλα. Παράτησε τα ραντεβού του και με το αμάξι του πήγε να την πάρει. Τον περίμενε κάτω από το διαμερισμά της, με μία βαλίτσα και ένα κατάμαυρο παλτό. Δεν το περίμενε αυτό. Αρνιόταν κατηγορηματικά να πιστέψει το χειρότερο σενάριο. Την έβαλε μέσα σα μωρό που δεν ήξερε τι να κάνει. Αρνιόταν να βγάλει τα γυαλιά της κι ας ήταν μαύρα μεσάνυχτα. Ο αέρας ήταν παγωμένος και υγρός, οι σταγόνες δεν άργησαν να ξεκινήσουν. Πήραν τους δρόμους. Κάθησε μπροστά, αν και δεν ήθελε. Δεν ήθελε να διώξει την περηφάνια από πάνω της, αν και ήξερε πως ήταν ήδη αργά. Όσο οδηγούσε της έριχνε κλεφτές ματιές, φαινόταν εξαντλημένη, θύμιζε τον παλιό της εαυτό. Με την κακή έννοια, αλλά κάτι μέσα του ανακουφίστηκε που, τουλάχιστον, δεν έχει χαθεί από μέσα της αυτό που πραγματικά είναι. Κάποτε δε φοβόταν να κρύψει την θλίψη της ή την χαρά της. Ειδικά την θλίψη της, ειδικά από εκείνον. Και τώρα, ήταν φανερά θλιμμένη. Κι αυτό ήταν αρκετό για να τα αφήσει όλα. Δεν έβγαζε κουβέντα. Το μόνο που ακουγόταν ήταν η βροχή, το αμάξι και οι ανάσες τους.

“Τι συνέβη;” την ρώτησε.

Έβγαλε τα γυαλιά της. Και τον κοίταξε. Με τα κλαμένα της κόκκινα μάτια. Ποτέ του δεν την είδε έτσι. Ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Η ανάμνηση μιας κηδείας χτύπησε σαν αστραπή το κεφάλι του, την έδιωξε αμέσως, φανερά ενοχλημένος με τον εαυτό του. Του είπε πως χώρισε με τον αρραβωνιαστικό της. Της είπε πως βρήκε άλλη, πως δε θέλει καμία επικοινωνία μαζί της και, καθώς είναι δικό του το σπίτι, πως πρέπει να φύγει.

“Τι μαλάκας που είναι…”

“Κουράστηκε. Γιατί να θέλει να είναι με ένα άτομο που βάζει πάνω απ’όλα τη δουλειά; Ήταν της οικογένειας. Των παιδιών. Κι εγώ δεν θέλω οικογένεια, ούτε παιδιά…”

“Γιατί δεν θέλεις όμως; Ήσουν κατά του γάμου, της δέσμευσης, όμως τον αραβωνιάστηκες… Συγκατοίκησες μαζί του. Ζείτε μαζί δύο χρόνια. Γιατί όχι γάμο; Παιδιά;”

“Ήταν λάθος μου να πω ναι στον αραβώνα… Του έδωσα ψευτικές ελπίδες… Όμως δεν άντεχα να μείνω μόνη εκείνη την περίοδο. Δεν άντεχα άλλη μία ριζική αλλαγή.”

Δεν μίλησε. Ήξερε για ποια περίοδο μιλούσε. Ήταν η περίοδος που πέθανε η μητέρα της, που έπρεπε να ανασυγκροτήσει την οικογενειά της. Παράτησε τη δουλειά της και αφοσιώθηκε στο να βοηθήσει οικονομικά τον πατέρα και τον αδερφό της. Ήταν η περίοδος που άλλαξε εκείνη, για να αντέξει τις αλλαγές. Από τότε όλα της πήγαιναν καλά. Στη δουλειά της έκανε καριέρα, αραβωνιάστηκε, και παρότι είχε χάσει επικοινωνία μαζί της, ήξερε ότι ήταν καλά. Κι αυτό του έφτανε. Ήθελε ο μόνος άνθρωπος που τον υποστήριξε περισσότερο από όλους, να είναι καλά. Όμως τελικά, τα πράγματα δεν ήταν τόσο ρόδινα. Ποτέ δεν είναι ρόδινη η ζωή ενός ανθρώπου με ψυχρή καρδιά, και το ήξερε, αλλά ποτέ του δεν τόλμησε να την κρίνει. Ειδικά μετά από εκείνη την αλλαγή.

Την έπιασε το χέρι. Της υποσχέθηκε πως όλα θα πάνε καλά, πως όλα θα είναι εντάξει, πως θα προχωρήσει και θα βρει άλλον, πως έχει όλη τη ζωή μπροστά της. Χαμογελούσε με εκείνο το χαμογέλο, ήταν σίγουρη γι αυτό κι ας κοιτούσε κάτω. Όμως ήταν όλα μόνο λόγια, λόγια που απλώς άκουγε και διέγραφε μέσα της, γιατί ήξερε πως ακόμη κι αν προχωρούσε, ακόμη κι αν έβρισκε άλλον, ακόμη κι αν γινόταν ένας ακατανίκητος βράχος, η φωνή του, η φωνή του ανθρώπου που αγάπησε τόσο πολύ, δε θα είναι ποτέ στην άδεια πλευρά του κρεβατιού της να την καλημερίζει και να την καληνυχτίζει. Τελικά, δε θα αφήσει ποτέ αυτή της την αυτοκτονική πλευρά που όταν πάνε όλα καλά την κρατάει στιβαρή κι όταν είναι ολομόναχη την ρίχνει στα τάρταρα. Του άφησε το χέρι χαμογελώντας, του είπε με μια σχεδόν γλυκιά ειρωνεία πως είναι όλα ανοησίες, πως αυτή την στιγμή τίποτε δεν είναι εντάξει, κι ούτε πρόκειται να γίνει. Βαριανασαίνει απογοητευμένος.

“Έχεις γίνει πολύ αρνητική… Αλλά δε μπορώ να σε μαλώσω, τώρα τουλάχιστον.”

“Συγγνώμη. Για άλλη μία φορά, σου έγινα βάρος.”

“Πριν από καμιά δεκαετία θα σε χαστούκιζα με αυτό που λες. Αλλά, η αλήθεια είναι πως έχεις να ζητήσεις τέτοιες συγγνώμες από…”

“Κάνεις λάθος. Πριν 10 χρόνια, δεν ήμασταν φίλοι, αλλά γνωριστήκαμε… Πριν 8 χρόνια εννοείς λοιπόν.”

Ξερόβηξε νευριασμένος με μία τόσο άχρηστη λεπτομέρια. Διέκρινε την αποφυγή της να μιλήσει για την περίοδο μετά τον θάνατο της μητέρας της. Άλλωστε, είναι ίσως η πιο σκοτεινή της εποχή που, η στιβαρή γυναίκα που είναι η καλύτερη του φίλη, έχασε την μεγαλύτερη ανταγωνιστριά της.

Έφτασαν στο σπίτι του, ένα μεγάλο σπίτι στα βόρεια προάστια. Εν τέλει, κατέληξε να ζει σε ένα τόσο μεγάλο σπίτι. Κάποτε δεν το ήθελε, ήθελε την απλότητα στη ζωή του. Όμως κατάλαβε πως αυτό κλείδωνε την φαντασία του, έτσι δημιούργησε το μεγαλύτερο του δημιούργημα. Το λευκό αυτό σπίτι το αγάπησε βαθύτατα, έγινε η φωλιά που του έδινε ολη την έμπνευση και τη διάθεση να δημιουργήσει πίνακες γεμάτους λεπτομέρια και ζήλο. Είχε το άσπρο, που ήταν όλα τα χρώματα μαζί. Ακόμη κι αν έξω έβρεχε, και άγρια νύχτα επικρατούσε, αυτό το σπίτι ήταν και θα είναι το πιο φωτεινό μέρος του κόσμου για εκείνον. Της έδειξε το προσωρινό της δωμάτιο, και κάθησαν στο μεγάλο σαλόνι. Με τον μεγάλο καμβά, και το παλιό πιάνο. Κάθησε στο πιάνο και άρχισε να παίζει γλυκά, ένα κομμάτι δικό της. Από εκείνα που έγραφε όταν δε μπορούσε να βρει αλλού λύση στο γρίφο της καρδιάς της, που κλείδωσε τόσο καλά σε ένα μόνο άτομο. Και μόνο που έπιανε τα πλήκτρα, ένιωθε την καρδιά της να ηρεμεί, και να χάνει από μέσα της αυτό το πάθος. Το κλείδωσε, για άλλη μία φορά, μέσα της, ευχόμενη να μείνει για πάντα εκεί. Σηκώθηκε και την χειροκρότησε, επένεσε το ταλέντο της στο πιάνο, είχε καιρό να την ακούσει να παίζει.

“Πότε θα ολοκληρώσεις αυτό τον πίνακα; Δεν νομίζεις ότι πέρασε πολύς καιρός;”

“Δεν έχω καταφέρει να δώσω σε αυτό που έχω στο μυαλό μου μορφή. Ακόμη… Δεν μπορώ.”

“Χρειάζεσαι απλώς κάποιον να βρίσκεται στη μέση του κάμπου.”

“Κι αυτός ο κάποιος… Δε θα έρθει ποτέ.”

Κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Ήξερε. Ήξερε ότι και οι δύο δε θα μπορούσαν ποτέ να κερδίσουν αυτό που θέλουν, αυτό που αγαπάνε. Αυτό που τους έδενε σε όλη τη διάρκεια της ζωης τους ήταν το γεγονός ότι ήθελαν από τον συντροφό τους μία αγάπη πλατωνική με ιδιαίτερες αριστοτελικές προϋποθέσεις. Όλα να ήταν τόσο-όσο, η μεσότητα να ισοροπεί σε τέτοιο βαθμό, που να μπορούν και οι δύο πλευρές να είναι ελεύθερες και δεσμευμένες ταυτόχρονα.

Αναζητούσαν το τέλειο. Και το τέλειο δεν υπήρχε. Το ήξεραν. Όμως το έκαναν αυτό κινητήρια δυναμή τους, λόγο υπαρξής τους. Την αγάπη, που έχεις πάνω απ’όλα, για λίγα άτομα.

“Θα πάω να βρω σπίτι αύριο, δεν κάθομαι άλλο εδώ μέσα, είναι τρομερά φωτεινά.”

“Σε καταλαβαίνω, τέτοιο φως είναι πολύ για εσένα.”

“Τουλάχιστον το δωμάτιο μου είναι σκοτεινό.”

“Πρέπει να τον πάρουμε τηλέφωνο να έρθει… Τέτοιες στιγμές είναι σπάνιες να είμαστε όλοι μαζί.”

“Το ξέρεις ότι δε θα έρθει, έτσι; Η Αγγλία είναι καλύτερη από εμάς.”

“Ίσως έρθει αυτή τη φορά. Είναι ο κολλητός μας άλλωστε. Κι εσύ είσαι χωρισμένη. Μετά από 6 χρόνια.”

“Νόμιζα θέλαμε τον κολλητό μας, όχι τον καλύτερο ψυχολόγο του Λονδίνου.”

“Ίσως χρειαζόμαστε και τα δύο…”

Η νύχτα έφτανε στο τέλος της. Κανείς δεν ήξερε τι θα έφερνε το μετά. Δεν θα μπορούσε να ξεπλύνει τον πόνο και τα απωθημένα. Όμως σίγουρα, η αυριανή μέρα θα έβρισκε μία επιχειρηματία και έναν ζωγράφο έτοιμους να κάνουν μία νέα αρχή.

Εμπνευσμένο από το τραγούδι “Δεύτερα Κλειδιά” της Ελεονώρας Ζουγανέλη

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s