You were my person.

Είχα γεμίσει τα ημερολόγια μου γεμάτα υποσχέσεις και όνειρα πίστευα, ότι τελικά θα ήμασταν κάτι δυνατό, ανεπανάληπτο, μοναδικό. Δεν έμεινε τίποτε, μόνο η σάπια άγνοια, τόσο τοξική, μα ταυτόχρονα δικαιολογημένη. Οι αναμνήσεις, έχουν μείνει, κι εγώ σπαράζω, γιατί σας έδωσα τις νύχτες μου, τα λουλούδια μου, καλοκαίρια ολόκληρα ζήσαμε μαζί τα ύψη και τα βάθη….

[Κρύο.]

Η μία ρουφηξιά πιο βαριά απ’ την άλλη και γιατί εδώ; σα να ‘ναι κάτι κακό. Ξέρω δεν πρέπει- ο καπνός πνίγει και χάνεται, χορεύει τόσο έξυπνα, τόσο ύπουλα- δε ήθελα να (ξε)χάσω, μα ήρθε η στιγμή να σβήσω να κρύψω σε μπουντρούμια που κρατάνε πολύτιμα βιβλία γεμάτες περιπέτειες σε στενά, σε σπίτια σε γήπεδα,…

Amaurosis;

Abeyance is the worst enemy or the flintstone of yearning. She doesn’t know what exactly she is supposed to feel those moments. It is already conflicting to be happy in a hospital. She tries hard not to face his eyes; filled with indignation from the fact that she is here today, and yesterday, and the…

Πρωινό Τετάρτης.

“Δεν μου αρέσουν τα πρωινά αυτά. Κάθε τετάρτη έχω 6ωρο με τρεις ώρες κενό. Σπαστικό. Αλλά δε μπορώ να το σκεφτώ αυτό στη άκρη της ασφάλτου, βασικά, δε σκέφτομαι καν, αιμοραγεί το κεφάλι μου. Πάλι καλά φορούσα κράνος, σωστά; Τι σημασία έχει όταν πέφτει πάνω σου ένα αμάξι, αρκεί το κράνος. Κρίμα, και πίστευα πρόσεχα…

Οι Κλέφτες.

Ο κρύος αέρας δε είναι πια εκείνος που είχες αγαπήσει κάθε καλοκαιρινό δειλινό. Έχει ψυχράνει, υπενθυμίζοντας σου πως είναι πια χειμώνας. Ίσως να μην είναι ακόμη χειμώνας, οι μετερωρολόγοι τουλάχιστον διαφωνούν μαζί σου. Όμως είναι πλεον σίγουρο, όσο κι αν το αρνείσαι. Σου έχουν κλέψει την καρδιά. Κλέφτες, κλέφτες το ανθρώπινο είδος. Εισβάλλουν στη καρδιά…

Υποσχέσεις.

«Ξέρεις, δεν μου αρέσει να μου τάζουν πράγματα. Μου φαίνεται απλά, άβολο. Ειδικά όταν πρόκειται για συναισθήματα. Είναι σαν το τσιγάρο, εισπνέεις τον καπνό και απλώνεται τόσο άνετα παντού, τόσο εύκολα δίνεσαι. Μετά το τσιγάρο τελειώνει και τι μένει; Μόνο η στάχτη. Ο καπνός; Ο καπνός έχει μπει στα πνευμόνια και στα καταστρέφει αργά-αργά. Έτσι…

Άσπρος Καμβάς.

Δεν περίμενε μετά από δύο εβδομάδες από τον τσακωμό τους τηλεφωνημά της. Τον πήρε τρεις φορές. Το σήκωσε στην τρίτη σχεδόν έτοιμος να τα τυνάξει όλα στον αέρα. Όταν άκουσε τη τρεμαμένη φωνή της, σοκαρίστηκε. Είχε χρόνια να ακούσει αυτή τη γυναίκα αναστατωμένη. Τη γυναίκα που ήταν βράχος, πάγος. Μία γυναίκα, που όσο περνούσαν τα…

Τέλος. [II]

Κι αν χαθώ, μη κλάψεις μη τολμήσεις να μετρήσεις εκείνα τα σωστά που τόσο ψυχρά εκτέλεσα Θυμήσου τα λάθη μου, την αηδιαστική ανάγκη μου να προστατεύω άλλους κι όχι εμένα να αγαπώ εκείνον που δεν με αγάπησε ποτέ να σου λέω ψέματα πως θα είμαι πάντα εδώ, ενώ, για τη στιγμή εκείνη έλειψα, και γύρισα…

Αλλαγή.

Το έχεις νιώσει; Εκείνα τα βράδια που ο ύπνος δεν έρχεται και τα δάκρυα δε σταματούν; Το έχεις νιώσει; Πνίγηκες στα δάκρυα, στην θλίψη, στην αγανάκτηση. Ίσως να μην έβγαλες πραγματικά δάκρυα. Ίσως η περηφάνια, η ανάγκη του υποτιθέμενου ελέγχου να νίκησε. Όμως η ψύχη σου γέννησε μια λίμνη δακρύων. Γεμάτη ρουμπίνια, μικρά βραβεία των…

Ευθύνη.

Τα χέρια αγγίζουν ότι αγαπούν και μισούν εξίσου Όμως τα δικά σου ήξεραν μόνο να τυλίγουν Χαμόγελο, πλεκτάνι ηλιαχτίδων φώτιζε αμπαρωμένες καρδιές τα δειληνά των ματιών μου Άνοιγες τις πορτές Μαγεία. Τελικά, τα μάγεια λύθηκαν κι η κολοκύθα σάπισε Γοβάκια άφαντα, έχασα και τα δύο Ο ήλιος έπεσε κι η ευθύνη Μόνο δική μας. Αφιερωμένο…

Αφρών.

Θα πάρεις την λεμονάδα, το κόκκινο καλαμάκι και περήφανα γέμισε αέρα, σαν εκείνη την καρδιά που γέμισες με ελπίδες. Θαρρείς πως θα γεμίσει το ποτήρι. Κρίμα που ο αφρός που έβγαλε χάθηκε, και έλιωσε. Τα ξινά σου τα λεμόνια, πείραξαν την δική μου σοδιά που Ποτέ Δεν Ήρθε. Και ξές, περί αφρών, δεν τον αξίζεις…

Blue.

Ατύχησαν τα αστέρια να βρουν το άλλο τους μισό και ο κάθε άνθρωπος, Ακόμη παλεύει. Μα ακόμη κι αν ουρλιάξεις στον ουρανό να βρέξει Οι σταγόνες δεν θα ‘ναι μπλε Κι όσο κι αν μαλώνεις τον ήλιο Δε θα κάνει κόκκινα τα λουλούδια. Μονάχος οφείλεις να πετύχεις την Ένωση.