(από)Μυθοποίηση.

Δε σε θυμάμαι όπως τότε, που είχα πάρει απόφαση να σε κρατήσω φυλαχτό.   Κατάρα δική μου που ανέχτηκα τον μύθο και τις ψεύτικες σου μάσκες που ράγισαν και γέμισαν τα μάγουλα σου αίμα και το χαμόγελο—   Tύλιξες τις φλέβες μου με δηλήτηριο πόσο ακόμα άραγε θα αντέχα χωρίς να με νοιάζει;   Ήπια…

Όσο είμαστε ζωντανοί.

Νομίζεις πως δεν το περίμενες. Τάχα σε βρήκε απροετοίμαστη, έκπληκτη. Κι όμως, το ήξερες. Το ήξερες πως η μέρα εκείνη θα έρθει κάποια στιγμή. Θα χτυπήσει την πόρτα της βροντερά, γιατί κι αυτή κατάλαβε πόσο ωραία είχες κοιμηθεί εκεί στα ουράνια. Και κάπως έτσι είχε μείνει εκεί, μπροστά στη πόρτα του ασανσερ να κατέβει. Απλά…

Δίδαξε με.

Και τελικά ποτέ μου δε κατάφερα το τρανό επίτευγμα που κάποιοι βίωσαν στο άλλο άκρο της ψυχής. — Τους ξέρεις; Αυτούς- Δεν κοιτάνε στα μάτια, δεν πονάνε, κατάφεραν μετά από τόση κατάχρηση– να μην νιώθουν. — Ο ήλιος δεν τους χτυπά, η νύχτα είναι γλυκιά, δροσερή. — Και ‘γώ θαμπώνομαι και κλαίω σα παιδί μέσα…

Νόημα.

Δε ξέρεις τι να πεις, κι όμως θα μιλήσεις. Σαν παιδί, μιλάς πολύ. – Μπροστά στα κενά μου μάτια, βλέπεις τον κόσμο σου όλο να παίζει σα παλιά κασέτα. – Κάθε μου ρουφιξιά, αφήνει στάχτες, κάνουν τα μάτια μου να κλαίνε. – Το κενό σου, το κενό μου προβάλλουν μαύρες τρύπες γεμάτες ρουτίνες Θα φύγουν…

You were my person.

Είχα γεμίσει τα ημερολόγια μου γεμάτα υποσχέσεις και όνειρα. Ήμασταν κάτι δυνατό, ανεπανάληπτο, μοναδικό. Δεν έμεινε τίποτε, μόνο η σάπια άγνοια, τοξική, μα δικαιολογημένη.   Οι αναμνήσεις με σπαράζουν, έδωσα τις νύχτες μου, τα λουλούδια μου, καλοκαίρια ολόκληρα, στα ύψη και στα βάθη.   Εκεί, για πάντα, με αγάπη.   Σας αγάπησα όσο κανέναν, πως…

[Κρύο.]

Η μία ρουφηξιά πιο βαριά απ’ την άλλη και γιατί εδώ; σα να ‘ναι κάτι κακό. Ξέρω δεν πρέπει- ο καπνός πνίγει και χάνεται, χορεύει τόσο έξυπνα, τόσο ύπουλα- δε ήθελα να (ξε)χάσω, μα ήρθε η στιγμή να σβήσω να κρύψω σε μπουντρούμια που κρατάνε πολύτιμα βιβλία γεμάτες περιπέτειες σε στενά, σε σπίτια σε γήπεδα,…

Amaurosis;

Abeyance is the worst enemy or the flintstone of yearning. She doesn’t know what exactly she is supposed to feel those moments. It is already conflicting to be happy in a hospital. She tries hard not to face his eyes; filled with indignation from the fact that she is here today, and yesterday, and the…

Πρωινό Τετάρτης.

“Δεν μου αρέσουν τα πρωινά αυτά. Κάθε τετάρτη έχω 6ωρο με τρεις ώρες κενό. Σπαστικό. Αλλά δε μπορώ να το σκεφτώ αυτό στη άκρη της ασφάλτου, βασικά, δε σκέφτομαι καν, αιμοραγεί το κεφάλι μου. Πάλι καλά φορούσα κράνος, σωστά; Τι σημασία έχει όταν πέφτει πάνω σου ένα αμάξι, αρκεί το κράνος. Κρίμα, και πίστευα πρόσεχα…

Οι Κλέφτες.

Ο κρύος αέρας δε είναι πια εκείνος που είχες αγαπήσει κάθε καλοκαιρινό δειλινό. Έχει ψυχράνει, υπενθυμίζοντας σου πως είναι πια χειμώνας. Ίσως να μην είναι ακόμη χειμώνας, οι μετερωρολόγοι τουλάχιστον διαφωνούν μαζί σου. Όμως είναι πλεον σίγουρο, όσο κι αν το αρνείσαι. Σου έχουν κλέψει την καρδιά. Κλέφτες, κλέφτες το ανθρώπινο είδος. Εισβάλλουν στη καρδιά…

Υποσχέσεις.

«Ξέρεις, δεν μου αρέσει να μου τάζουν πράγματα. Μου φαίνεται απλά, άβολο. Ειδικά όταν πρόκειται για συναισθήματα. Είναι σαν το τσιγάρο, εισπνέεις τον καπνό και απλώνεται τόσο άνετα παντού, τόσο εύκολα δίνεσαι. Μετά το τσιγάρο τελειώνει και τι μένει; Μόνο η στάχτη. Ο καπνός; Ο καπνός έχει μπει στα πνευμόνια και στα καταστρέφει αργά-αργά. Έτσι…

Άσπρος Καμβάς.

Δεν περίμενε μετά από δύο εβδομάδες από τον τσακωμό τους τηλεφωνημά της. Τον πήρε τρεις φορές. Το σήκωσε στην τρίτη σχεδόν έτοιμος να τα τυνάξει όλα στον αέρα. Όταν άκουσε τη τρεμαμένη φωνή της, σοκαρίστηκε. Είχε χρόνια να ακούσει αυτή τη γυναίκα αναστατωμένη. Τη γυναίκα που ήταν βράχος, πάγος. Μία γυναίκα, που όσο περνούσαν τα…

Τέλος. [II]

Κι αν χαθώ, μη κλάψεις μη τολμήσεις να μετρήσεις εκείνα τα σωστά που τόσο ψυχρά εκτέλεσα Θυμήσου τα λάθη μου, την αηδιαστική ανάγκη μου να προστατεύω άλλους κι όχι εμένα να αγαπώ εκείνον που δεν με αγάπησε ποτέ να σου λέω ψέματα πως θα είμαι πάντα εδώ, ενώ, για τη στιγμή εκείνη έλειψα, και γύρισα…